ΕΠΙΚΕΦΑΛΙΔΑ
Ο «κήπος των βράχων» του Chandigarh, στην Ινδία, είναι μια έκταση 160 στρεμμάτων γεμάτη από πλατείες, καταρράκτες και χιλιάδες μοναδικές φιγούρες φτιαγμένες από ανακυκλωμένα υλικά. Είναι ένα εντυπωσιακό αξιοθέατο αλλά εξίσου εντυπωσιακή είναι η ιστορία της δημιουργίας του, αφού ο κατασκευαστής του, Nek Chand εργάστηκε σε αυτό το έργο για δεκαετίες κρατώντας το μυστικό!


Το 1958, ο Nek Chand ήταν επιθεωρητής δρόμων για το υπουργείο δημοσίων έργων και παράλληλα κατασκεύαζε βάρκες και κανό για την αρτι δημιουργηθείσα τεχνητή λίμνη Sukhna, αλλά όταν οι αρχές άρχισαν να διαθέτουν αντίστοιχα σκάφη η δουλειά του σταμάτησε. Αυτό έδωσε στον Nek την νευκαιρία να ασχοληθεί με το πάθος του για τη συλλογή πετρών! Άρχισε να μαζεύει βράχους και πέτρες από του παράπλευρους λόφους και ποτάμια. Ήταν η εποχή που ο διάσημος Ελβετός αρχιτέκτονας  Le Corbusier, ανέλαβε να σχεδιάσει την πόλη Chandigarh, την πρώτη εκ του μηδενός δημιουργηθείσα πόλη στην Ινδία, και τα χωριά της περιοχής κατεδαφίστηκαν. Το γεγονός αυτό έδωσε στον Nek Chand πληθώρα υλικών για τη συλλογή του.


Το 1965 αφού είχε συγκεντρώσει εντυπωσιακές ποσότητες υλικών ο Nek άρχισε να ονειρεύεται τη δημιουργία ενος παραμυθένιου βασιλείου αποκλειστικά δικού του. Εντόπισε ένα  απομωνομένο φαράγγι μέσα στο δάσος και άρχισε να δημιουργεί το μαγικό του βασίλειο. Όταν τελέιωνε τη δουλειά του, χανόταν για ώρες στο δάσος για να δημιουργήσει το όνειρό του. Ο Nek φοβόταν ότι η δραστηριότητά του θα του κοστίσει τη δουλειά του και συνέχισε να εργάζεται στα κρυφά, επεκτείνοντας τον «κήπο με του βράχους» κάθε μέρα και πιο πολύ.



Τελικά βρήκε το θάρρος να αποκαλύψει σε ένα βοηθό του Le Corbusier το δημιούργημά του. Αυτός  του συνέστησε νασυνεχίσει να εργάζεται μυστικά αλλά προσπάθησε και στο τέλος κατάφερε να πείσει τις αρχές ότι το δημιούργημα του Nek άξιζε την προσοχή και τη βοήθειά τους. Το έργο αναγνωρίστηκα και παραχωρήθηκαν μαλιστα στον Νek άλλα 20 στρέμματα. Το 1976 το πάρκο άνοιξε τις πύλες του στο κοινό και ο Nek sυνέχισε να εργάζεται σε αυτό, μέχρι μόλις πριν από λίγα χρόνια.

Σήμερα, υπολογίζεται ότι 5.000 άνθρωποι από όλη την Ινδία και το εξωτερικό έρχονται να δουν το Rock Nek Chand Garden, κάθε μέρα. Είναι μάλιστα το δεύτερο δημοφιλέστερο αξιοθέατο της χώρας, μετά από το Ταζ Μαχάλ. Όχι κι ασχημα για μια ερασιτεχνική προσπάθεια από έναν και μόνο άνθρωπο!









Το άγαλμα του μεγάλου Πέτρου στη Μόσχα, σχεδιάστηκε από το Γεωργιανό σχεδιαστή Zurab Tsereteli το 1997, για τον εορτασμό των 300 χρόνων του ρωσικού ναυτικού, που πρώτος δημιούργησε ο τσλαρος Πέτρος ο πρώτος. Με ύψος 94 μέτρα είναι το ψηλότερο άγαλμα στην Ευρώπη και το όγδοο με γαλύτερο στον κόσμο.



Ωστόσο είναι ένα άγαλμα που έχει δημιουργήσει πολλές αντιδράσεις και συζητήσεις στη ρωσική πρωτεύουσα.  Μετά την απομάκρυνση του δημάρχου Luzhkov, εκφράστηκαν απόψεις για τη μεταφορά του στην Αγία Πετρούπολη ή ακόμη και την κατεδάφισή του. Οι αρχές της Αγίας Πετρούπολης δεν δέχτηκαν τη μεταφορά καθώς η πόλη ήδη διαθέτει αρκετά μνημεία για τον ιδρυτή της.

Το Νοέμβριο του 2008 το άγαλμα ψηφίστηκε σαν το δέκατο πιο άσχημο κτηρια στον κόσμο από το Virtual Tourist, ενώ το 2010, συμερισλήφθηκε στη λίστα με τα πιο άσχημα αγάλματα του περιοδικού Foreign Policy.











Τον Απρίλιο του 1998, λίγο μετά την ανασκαφή ενός αρχαίου τάφου στην πόλη Andong της Νότιας Κορέας, οι αρχαιολόγοι βρήκαν το φέρετρο του Tae-Eung Lee, ενός 30χρονου άντρα που έζησε το 16ο αιώνα. Πάνω στο στήθος του υπήρχε μια επιστολή που γράφτηκε από την έγκυο γυναίκα του και απευθύνεται στον πατέρα του αγέννητου παιδιού τους. Και δίπλα ένα ζευγάρι σανδάλια, το αποχαιρετιστήριο δώρο της προς αυτόν, εξ ολοκλήρου πλεγμένα από τα μαλλιά της! Άθικτα και τα δύο ξεδιπλώνουν μια ξεχωριστή ιστορία αγάπης του 1586 και θεωρούνται ως τα πλέον συγκινητικά αρχαιολογικά ευρήματα.

Το γράμμα αναφέρει τα εξής…

«Στον πατέρα του αγέννητου Won
1η Ιουνίου 1586
Πάντα έλεγες: «Αγάπη μου, ας ζήσουμε μέχρι τα μαλλιά μας να γίνουν γκρίζα και να πεθάνουμε την ίδια μέρα». Πώς μπόρεσες να πεθάνεις πριν από εμένα; Ποιον θα έχουμε τώρα εγώ και το παιδί σου; Πώς θα ζήσουμε χωρίς εσένα; Όποτε ξαπλώναμε πάντα μου έλεγες: «Αγάπη μου, άραγε οι άλλοι άνθρωποι αγαπάνε ο ένας τον άλλον όπως εμείς;» Πώς μπόρεσες να αφήσεις όλα αυτά πίσω και να φύγεις πριν από εμένα; Απλά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Απλά θέλω να έρθω σε εσένα. Σε παρακαλώ πάρε με εκεί που είσαι. Τα συναισθήματά μου για σένα δεν μπορώ να τα ξεχάσω σε αυτό τον κόσμο και η θλίψη μου δεν γνωρίζει όρια. 
Πού θα μπορέσω να βάλω την καρδιά μου τώρα και πώς θα μπορέσω να ζήσω με το παιδί, όταν μου λείπεις; Σε παρακαλώ δες αυτό το γράμμα και απάντησέ μου με λεπτομέρεια στα όνειρά μου. Διάβασέ το προσεκτικά και έλα στα όνειρά μου να μου μιλήσεις. Όταν γεννήσω το παιδί που έχω μέσα μου, ποιον θα αποκαλεί μπαμπά; Μπορεί να κατανοήσει κανείς πώς νιώθω; Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τραγωδία από αυτή που ζω εδώ κάτω! Εσύ είσαι τυχερός, γιατί απλώς βρίσκεσαι σε ένα άλλο μέρος και δεν αισθάνεσαι τόσο βαθύ πόνο όσο εγώ. 
Δεν υπάρχει τέλος στη θλίψη μου. Δεν μπορώ να σου περιγράψω αυτά που αισθάνομαι. Σε παρακαλώ φανερώσου στα όνειρά μου και πες μου κάτι να απαλύνεις το πένθος μου. Πιστεύω ότι μπορώ να σε δω στα όνειρά μου…
Αυτά που θέλω να σου πω, να σου γράψω δεν έχουν τέλος… Γι’ αυτό σταματάω εδώ!»

Λεωφόροι με δενδροστοιχίες, αρχαίοι ναοί και μια αρχιτεκτονική πανδαισία αντικατοπτρίζει τις ιστορικές περιόδους της πρωτεύουσας του Λάος.


Ο μέγας Μεκόνγκ
Το αεροπλάνο πλησίαζε στην προσγείωση. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και από ψηλά ο Μεκόνγκ έμοιαζε με ένα μεγάλο φίδι. Η πρωτεύουσα του Λάος φαινόταν μικρή και μαζεμένη σαν ένα μεγάλο χωριό. Αργότερα έμαθα ότι έχει μόλις 200.000 κατοίκους. Τα σπίτια χαμηλά, όμως μέσα στο πράσινο. Εδώ ο Μεκόνγκ κάνει τη γη εύφορη και γύρω από την πόλη υπάρχουν κατάσπαρτοι ορυζώνες. Βιεντιάν... Η Πόλη του Σανταλόξυλου, που οι ντόπιοι προφέρουν Βιενσάν. Βιεν σημαίνει περιτειχισμένη πόλη και Σαν σημαίνει σανταλόξυλο από τη σανσκριτική λέξη «σαντάνα».

Αφήσαμε τις βαλίτσες στο ξενοδοχείο και βγήκαμε αμέσως να τη γνωρίσουμε με τον «Lonely Planet» ανά χείρας. Λεωφόροι με δενδροστοιχίες, αρχαίοι ναοί, μια αρχιτεκτονική πανδαισία με κτίσματα λαοτιανής, κινεζικής, ταϊλανδέζικης, βιετναμέζικης, γαλλικής, αμερικανικής και ρωσικής αρχιτεκτονικής, η οποία αντικατοπτρίζει τις ιστορικές περιόδους της πόλης αλλά και την κουλτούρα των κατακτητών της.

Το παλαιότερο κομμάτι βρίσκεται κατά μήκος του ποταμού Μεκόνγκ. Πολλά μάς θύμιζαν την Ταϊλάνδη. Το τουκ-τουκς ή σαμ-λορ για τους ντόπιους, τρίκυκλο μας περίμενε σε κάθε επίσκεψη. Στον ναό-σύμβολο Φα Θατ Λουάνγκ συναντήσαμε προσκυνητές από διάφορες χώρες αλλά και πολλούς μοναχούς. Σε λίγο άρχισε να βρέχει, μια και βρισκόμασταν σε περίοδο των μουσώνων. Αποφασίσαμε να επισκεφθούμε τη σκεπαστή Τάλατ Σάο - την Πρωινή Αγορά -, ένα καλειδοσκόπιο χρωμάτων από εμπορεύματα, εξωτικά φρούτα και λαχανικά. Γαργαλιστικές μυρωδιές από τα μαγέρικα της αγοράς συνόδευαν κάθε μας βήμα. Οι ντόπιοι είχαν ήδη πιάσει κάποιο τραπεζάκι. Μαζί τους και εμείς...

Η στούπα-σύμβολο Φα Θατ Λουάνγκ
Το πλήρες όνομά της Φα Σέντι Λοκατζουλαμάνι σημαίνει «η πολυτιμότερη ιερή στούπα του κόσμου» και μάλιστα η εικόνα της κύριας στούπας εμφανίζεται και στην εθνική σφραγίδα του κράτους. Από τις ανασκαφές δεν βρέθηκε το ιερό λείψανο παρά ερείπια μοναστηριού των Χμερ που χρονολογούνται στον 11ο και 13ο αιώνα μ.Χ.

Στη σημερινή μορφή του ανοιχτού άνθους λωτού η στούπα κατασκευάστηκε κατ' εντολήν του βασιλιά Σεταθιράτ το 1566 και επιπλέον χτίστηκαν τέσσερις ναοί - ένας σε κάθε πλευρά της. Σήμερα σώζονται μόνο οι δύο ναοί: ο Βατ Θατ Λουάνγκ Νόα στον Βορρά που στεγάζει και τον ανώτατο αξιωματούχο του βουδισμού στη χώρα και ο Βατ Θατ Λουάνγκ Τάι στον Νότο. Απέχει 4 χλμ. από το κέντρο της πόλης.

Η παράδοση της βουδιστικής στούπας
Λίγο προτού πεθάνει ο Βούδας οι μαθητές του τον ρώτησαν πώς θα έπρεπε να φτιάξουν το ταφικό μνημείο του. Τότε εκείνος δίπλωσε το ράσο του στα τέσσερα συμβολίζοντας το τετράγωνο για τη γη, από πάνω τοποθέτησε αναποδογυρισμένο το μπολ που ζητιάνευε την τροφή του συμβολίζοντας τον ουρανό και, τέλος, τοποθέτησε την ομπρέλα του συμβολίζοντας τον αιθέρα.

Το μνημείο ονομάστηκε στούπα και η στάχτη του Βούδα μοιράστηκε σε οκτώ στούπες σε όλη την επικράτεια του βουδισμού. Δύο αιώνες αργότερα, όταν αυτοκράτορας στις Ινδίες έγινε ο Ασόκα, ασπάστηκε τον βουδισμό και έγινε ο μεγαλύτερος απόστολός του. Ο αυτοκράτορας έβαλε να βρουν αυτές τις στούπες (η όγδοη χάθηκε στη ζούγκλα) και μοίρασε τη στάχτη σε χιλιάδες στούπες σε όλη την Ασία. Ο θρύλος λέει ότι ο Ασόκα τον 3ο αιώνα π.Χ. έστειλε αντιπροσωπεία με κάποιο λείψανο από τον θώρακα του Βούδα για να τοποθετηθεί στη στούπα Φα Θατ Λουάνγκ, που σήμερα είναι το εθνικό σύμβολο του Λάος.

Η Πύλη της Νίκης, Patuxai
Η λέξη Patuxai στη λαοτιανή γλώσσα μεταφράζεται από τα σανσκριτικά ως Πύλη (Πατού) της Νίκης (Χαΐ). Λένε ότι μοιάζει με την Αψίδα του Θριάμβου του Παρισιού και διαθέτει τέσσερις πύλες στο σταυροδρόμι των λεωφόρων της κεντρικής πλατείας.

Χτίστηκε το 1960 με αμερικανικό τσιμέντο αγορασμένο για την κατασκευή του αεροδρομίου. Αν και το βασικό σχέδιο είναι εμπνευσμένο από τη γαλλική κυριαρχία της Ινδοκίνας, τα ανάγλυφα που στολίζουν τις πλευρές της καθώς και η διακόσμηση στην οροφή έχουν τυπικά λαοτιανά θέματα. Ανεβαίνοντας τα τρία πατώματα του μνημείου, στις σκάλες κάθε πατώματος στεγάζονται πλήθος από τουριστικά μαγαζάκια με σουβενίρ - κυρίως μπλουζάκια. Από την ταράτσα η θέα προσφέρει πανοραμική εικόνα της Βιεντιάν με την κεντρική πλατεία και τις κεντρικές λεωφόρους της πόλης.

Στα εύφορα εδάφη του Μεκόνγκ
Τα εύφορα εδάφη του ποταμού Μεκόνγκ προσέλκυσαν τους πληθυσμούς που εγκαταστάθηκαν γύρω στα 1000 μ.Χ., εδραιώνοντας μια πόλη-κράτος (μεουάνγκ). Στη διάρκεια των ιστορικών αιώνων η Βιεντιάν υποφέρει από Βιετναμέζους, Μπουρμέζους, Σιαμέζους και Χμερ.

Οταν ιδρύεται το βασίλειο Λαν Σανγκ τον 14ο αιώνα από τον βασιλιά Φα Νγκουμ με την υποστήριξη των Χμερ της Καμπότζης, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στη νέα πρωτεύουσα και σημερινή επαρχία της Λουάνγκ Πραμπάνγκ. Η Βιεντιάν ξαναγίνεται πρωτεύουσα στα μέσα του 16ου αιώνα, παραμένει ως γαλλικό προτεκτοράτο κατά τον 19ο και τον 20ό και ως σήμερα υπό την κομμουνιστική κυβέρνηση.

Ακολουθώντας τον ποταμό Μεκόνγκ, κέντρο της είναι η συνοικία Σανταμπούλι όπου βρίσκονται τα περισσότερα κυβερνητικά κτίρια, ξενοδοχεία, εστιατόρια, αξιοθέατα (ναοί). Κατά μήκος του ποταμού θα δείτε και τα πιο παλιά κτίρια όπου ξεχωρίζουν τα διάφορα αρχιτεκτονικά στυλ και αποτελούν μάθημα ασιατικής αρχιτεκτονικής. Στα νοτιοανατολικά σε απόσταση μόλις 20 χλμ., βρίσκονται τα σύνορα με την Ταϋλάνδη.

Ο ναός Σι Σακέτ με τα 6.840 βουδιστικά αγάλματα
Περιτριγυρισμένος από καρποφόρα δέντρα μάνγκο, καρύδες και μπανανιές, ο ναός που έκτισε ο Τσάο Ανού το 1818 στεγάζει ίσως τα περισσότερα βουδιστικά αγάλματα της χώρας. Εκπαιδευμένος στην Μπανγκόκ ο Ανού έφτιαξε τον ναό σε πρώιμο στυλ Μπανγκόκ και τον περιέβαλε με ένα μοναστήρι με χοντρό τείχος ανάλογο του Φα Θατ Λουάνγκ.

Ο ναός αναστηλώθηκε από τους Γάλλους το 1924 και το 1930. Παρά τη σιαμέζικη επιρροή, εσωτερικά οι τοίχοι του μοναστηριού έχουν κόγχες όπου είναι τοποθετημένα περισσότερα από 2.000 ασημένια και κεραμικά βουδιστικά αγάλματα. Κάτω από τις κόγχες βρίσκονται επίσης περίπου 300 αγάλματα διαφόρων μεγεθών και υλικών, όπως μπρούντζος, ασήμι, ξύλο, πέτρα, καλλιτεχνημένα σε παραδοσιακό στυλ Λάος, τα περισσότερα από τα οποία χρονολογούνται από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα.

Κατά μήκος της δεξιάς πλευράς του μοναστηριού βρίσκονται τοποθετημένα αρκετά κατεστραμμένα μικρά και μεγάλα αγάλματα ως μνημεία από τον πόλεμο με το Σιάμ. Η κύρια αίθουσα του ναού περιβάλλεται από μια ταράτσα με κολόνες σε στυλ Μπανγκόκ, ενώ στους εσωτερικούς τοίχους υπάρχουν κόγχες με εκατοντάδες βουδιστικά αγάλματα, καθώς επίσης ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες με εικόνες από προηγούμενες «τζατάκας» (ζωές) του Βούδα. Η οροφή είναι εμπνευσμένη από τους ναούς της παλιάς πρωτεύουσας του Σιάμ, Αγιούταγια, με λουλουδένιο σχέδιο.

Από την καταστροφή στην ανοικοδόμηση της ιερής στούπας
Το 1641 ο Γκέριτ βαν Γουΐστοφ, απεσταλμένος της Ολλανδικής Ανατολικής Εταιρείας των Ινδιών, έγινε δεκτός από τον βασιλιά Σουρίγια Βόνγκσα με μια λαμπρή τελετή στον ναό Φα Θατ Λουάνγκ. Ο ίδιος έγραψε εντυπωσιασμένος για την «πυραμίδα της οποίας ο χρυσός που καλύπτει την κορυφή της υπολογίζεται σε χιλιάδες λίρες!». Τον 18ο αιώνα το μνημείο υπέστη μεγάλες καταστροφές από τις επιδρομές Μπουρμέζων και Σιαμέζων.

Ετσι στις αρχές του 19ου αιώνα ο βασιλιάς Ανουβονγκ περιέκλεισε τον ναό με ένα μοναστήρι με χοντρό τείχος. Παρ' όλα αυτά το 1828 η καταστροφή από τους επιδρομείς Σιαμέζους ήταν τόσο μεγάλη ώστε η στούπα εγκαταλείφθηκε. Το 1867 ο γάλλος αρχιτέκτονας Λουί Ντελαπόρτ επισκέφθηκε τη Βιεντιάν και έκανε λεπτομερή σκίτσα του μνημείου. Το 1900 οι Γάλλοι ανέλαβαν την αναστήλωσή του ανεπιτυχώς, καθώς δεν είχαν ληφθεί υπ' όψιν αυτά τα σκίτσα. Κατά τα έτη 1931-1935 η αρχιτεκτονική σχολή ενός γαλλικού πανεπιστημίου αποφάσισε να ανοικοδομήσει τη στούπα με βάση αυτά τα σκίτσα και το οικοδόμημα επανήλθε στο αρχικό του σχέδιο του άνθους λωτού.

Ο βασιλικός ναός του Σμαραγδένιου Βούδα, Χάου φα Καΐου
Στα 100 μ. νοτιοανατολικά του Σι Σακέτ, ο ναός του Σμαραγδένιου Βούδα κτίστηκε το 1565 με εντολή του βασιλιά Σεταθιράτ, ο οποίος μεταφέροντας την πρωτεύουσα από τη Λουάνγκ Πραμπάνγκ στη Βιεντιάν αναζητούσε έναν χώρο να στεγάσει το άγαλμα του Σμαραγδένιου Βούδα (στην πραγματικότητα φτιαγμένο από εξαιρετικής ποιότητας ζαντ), αλλά και ένα προσωπικό χώρο για την προσευχή του.

Ο ναός πήρε το όνομα Χάου φα Καΐου που σημαίνει «Εικόνα κόσμημα του Βούδα», όμως στις αψιμαχίες με τους Σιαμέζους το 1779 το άγαλμα εκλάπη και σήμερα βρίσκεται στον ομώνυμο ναό της Μπανγκόκ. Ο ναός καταστράφηκε το 1828 ολοσχερώς κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Σιάμ (Ταϊλάνδη), και ξανακτίστηκε από τους Γάλλους μεταξύ 1936 και 1942 ακολουθώντας ένα σχέδιο του 19ου αιώνα.

Σήμερα στεγάζει κάποια από τα ομορφότερα αγάλματα βουδιστικής τέχνης της χώρας που απεικονίζουν τον Βούδα σε διάφορες στάσεις, τα οποία και μπορείτε να θαυμάσετε. Θα δείτε ακόμη μερικές επιγραφές Χμερ, Λάο και Μον (Βιρμανίας). Στην κύρια αίθουσα που περιβάλλεται από όμορφο κήπο υπάρχει επίσης ένας επίχρυσος θρόνος, ένα ξύλινο άγαλμα του Βούδα, πολλά ξυλόγλυπτα, επιγραφές σε φύλλα φοινικιάς και αρκετά μπρούτζινα αγάλματα.

Τα δημοφιλή σαμ-λορ
Στην πρωτεύουσα του Λάος αλλά και σε όλη τη χώρα πολύ δημοφιλή είναι τα πασίγνωστα τρίκυκλα που λειτουργούν ως ταξί. Πότε τα λένε σαμ-λορ, δηλαδή τρίκυκλα - αυτό που είναι άλλωστε -, πότε τουκ-τουκ, όπως τα αντίστοιχα στην Ταϊλάνδη, άλλες φορές σκάι-λαπ, παρομοιάζοντάς τα με διαστημική κάψουλα (!), άλλοτε «τζάμπο» ή απλά ταξί. Διαθέτουν πάγκους αριστερά και δεξιά στην καρότσα που αν θέλετε τα μοιράζεστε με άλλους για να έχετε μικρότερο κόστος. Ο οδηγός λατρεύει το όχημά του και δείχνει την αγάπη του στολίζοντάς το ανάλογα με τη φαντασία του, προσπαθώντας βέβαια να έχει την καλύτερη διακόσμηση. Χρησιμοποιήστε τα, φροντίστε όμως να συμφωνήσετε την τιμή εκ των προτέρων.

«Βατ σι Μουάνγκ», το ιερό μοναστήρι της πόλης
Οταν ο βασιλιάς Σεταθιράτ μετέφερε την πρωτεύουσά του στη Βιεντιάν, η ομάδα των Σοφών διάλεξε το σημείο όπου θα θεμελιωνόταν ο ναός Σι Μουάνγκ, που σημαίνει «Το ιερό μοναστήρι της πόλης». Αφού οι εργάτες έσκαψαν μια μεγάλη τρύπα για να τοποθετηθεί η μεγάλη κολόνα, που λέγεται ότι πάρθηκε από κάποιο κοντινό ναό των Χμερ, ήχησαν τα τύμπανα και τα γκονγκ ώστε να μαζευτούν οι κάτοικοι και να βρεθεί κάποιος εθελοντής να θυσιαστεί πέφτοντας στην τρύπα.

Μια έγκυος γυναίκα ήταν εκείνη που προσφέρθηκε να θυσιαστεί και να γίνει πλέον το πνεύμα που θα προστάτευε την καινούργια πρωτεύουσα και τότε έλυσαν τα σχοινιά και έριξαν τη μεγάλη κολόνα. Η κύρια αίθουσα του μοναστηριού κτίστηκε γύρω από την κολόνα και καταστράφηκε το 1828 για να ξανακτιστεί το 1915. Η κολόνα καλύπτεται από ένα ιερό κομμάτι ύφασμα και μπροστά έχει τοποθετηθεί ένα ξύλινο κομμάτι με σκαλισμένη ανάγλυφα την εικόνα του Βούδα. Γύρω από την κολόνα υπάρχουν επίσης αρκετές εικόνες και αγάλματα του Βούδα.

Ανάμεσά τους ένας πέτρινος Βούδας τοποθετημένος σε ένα μαξιλάρι έχει τη φήμη ότι ικανοποιεί τις ευχές των πιστών ή δίνει απάντηση σε σοβαρά ζητήματα. Ο πιστός σηκώνει το μαξιλάρι τρεις φορές, υποβάλλοντας ταυτόχρονα την ευχή ή το αίτημά του και όταν αυτά ικανοποιηθούν τότε σε αντάλλαγμα θα φέρει ένα πιάτο με προσφορές: μπανάνες, καρύδες, λουλούδια λωτού, λιβάνι και κεριά.

Η αγορά Τάλατ Σάο ή για τους τουρίστες Morning Market
Η μεγαλύτερη και δημοφιλέστερη αγορά της Βιεντιάν διαθέτει ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους! Από μαγαζάκια με υφάσματα υφαντά και μουσικά όργανα ως πολύτιμα κοσμήματα. Εδώ θα δείτε να παρελαύνουν καθημερινά οι κάτοικοι της πόλης αλλά και πολλοί χωρικοί από τις ορεσίβιες φυλές που έρχονται για να πουλήσουν τα χειροτεχνήματά τους: όμορφα παπλώματα με την τεχνική του απλικαρίσματος, μαξιλαροθήκες, υφαντές μεταξωτές εσάρπες, τραπεζομάντιλα, υφασμάτινες τσάντες για τον ώμο, χειροποίητες ξύλινες κούκλες, κοσμήματα σε λαϊκά σχέδια με ημιπολύτιμες πέτρες ή κοκάλινα βραχιόλια.

Κάθε γωνιά της αγοράς θα σας εκπλήξει καθώς η ποικιλία των ειδών φαντάζει ατέλειωτη. Απ’ τη μια τα μοντέρνα ρολόγια και τα ηλεκτρονικά και απ’ την άλλη οι πάγκοι με τα λαχανικά και τα εξωτικά φρούτα. Ακόμα και αν δεν αγοράσετε, αξίζει να ρίξετε μια ματιά στα μικροέπιπλα από ξύλο τριανταφυλλιάς. Και αν πεινάσετε, πέρα από τα κιόσκια με τις τοπικές λιχουδιές υπάρχουν πολλά εστιατόρια για να απολαύσετε ένα αυθεντικό λαοτιανό γεύμα.

Από την Καταστροφή στην ανοικοδόμηση της ιερής στούπας
Το 1641 ο Γκέριτ βαν Γουΐστοφ, απεσταλμένος της Ολλανδικής Ανατολικής Εταιρείας των Ινδιών, έγινε δεκτός από τον βασιλιά Σουρίγια Βόνγκσα με μια λαμπρή τελετή στον ναό Φα Θατ Λουάνγκ. Ο ίδιος έγραψε εντυπωσιασμένος για την «πυραμίδα της οποίας ο χρυσός που καλύπτει την κορυφή της υπολογίζεται σε χιλιάδες λίρες!».

Τον 18ο αιώνα το μνημείο υπέστη μεγάλες καταστροφές από τις επιδρομές Μπουρμέζων και Σιαμέζων. Ετσι στις αρχές του 19ου αιώνα ο βασιλιάς Ανουβονγκ περιέκλεισε τον ναό με ένα μοναστήρι με χοντρό τείχος. Παρ’ όλα αυτά το 1828 η καταστροφή από τους επιδρομείς Σιαμέζους ήταν τόσο μεγάλη ώστε η στούπα εγκαταλείφθηκε. Το 1867 ο γάλλος αρχιτέκτονας Λουί Ντελαπόρτ επισκέφθηκε τη Βιεντιάν και έκανε λεπτομερή σκίτσα του μνημείου.

Το 1900 οι Γάλλοι ανέλαβαν την αναστήλωσή του ανεπιτυχώς, καθώς δεν είχαν ληφθεί υπ’ όψιν αυτά τα σκίτσα. Κατά τα έτη 1931-1935 η αρχιτεκτονική σχολή ενός γαλλικού πανεπιστημίου αποφάσισε να ανοικοδομήσει τη στούπα με βάση αυτά τα σκίτσα και το οικοδόμημα επανήλθε στο αρχικό του σχέδιο του άνθους λωτού.

Από τη λάσπη της λίμνης στην αγνότητα του λωτού
Για τους βουδιστές ο λωτός είναι το ιερό άνθος που συμβολίζει την αγνότητα. Αν και φύεται από έναν σπόρο στη λάσπη της λίμνης, αναδύεται στην επιφάνειά της ως κατάλευκο λουλούδι, δίνοντας συμβολική σημασία και ελπίδα στην ανθρώπινη διαδρομή, σε έναν παραλληλισμό με τον άνθρωπο που ακολουθώντας τις βουδιστικές αρετές έχει τη δύναμη να αναδυθεί από τη λάσπη του σκότους όπου βρίσκεται και να φτάσει στο Φως.

Η Φα Θατ Λουάνγκ έχει ύψος 45 μ., από τη βάση ως την κορυφή. Το πρώτο επίπεδο της στούπας αποτελείται από μια τετράγωνη βάση 68Χ69 μ. με 323 συμβολικούς λίθους. Υπάρχουν επίσης τέσσερις αψιδωτοί χώροι προσευχής, ένας σε κάθε πλευρά, ενώ μικρές σκάλες οδηγούν προς το δεύτερο επίπεδο. Το δεύτερο επίπεδο έχει διαστάσεις 48Χ48 μ. και περιβάλλεται από 120 πέταλα λωτού, 288 συμβολικούς λίθους και 30 μικρές στούπες που συμβολίζουν τις 30 βουδιστικές αρετές που πρέπει να έχει ο πιστός στην οδό προς τη νιρβάνα.

Αψιδωτές πύλες με σκαλιά οδηγούν στο τρίτο τετράγωνο που είναι 30Χ30 μ. Η ψηλή κεντρική στούπα στηρίζεται σε μια βάση ημικυκλική που θυμίζει το βουδιστικό μπολ, ως αναφορά της πρώτης βουδιστικής στούπας στο Σάνσι της Ινδίας, και στην κορυφή της ένα μικρό τετράγωνο περιβάλλεται από πέταλα λωτού. Τέλος, ο καμπυλόγραμμος οβελίσκος με τις τέσσερις πλευρές συμβολίζει επίσης το άνθος λωτού. Ολο το μνημείο επιχρυσώθηκε το 1995 στο πλαίσιο του εορτασμού της 20ής επετείου της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λάος.

πρόσβαση
Η αεροπορική εταιρεία Lufthansa αυτή την περίοδο δίνει την καλύτερη προσφορά και θα πετάξετε μέσω Φραγκφούρτης και με συνεργασία της Thai Airways μέσω Μπανγκόκ θα φτάσετε στη Βιεντιάν, με συνολική διάρκεια ταξιδιού 27 ώρες. Το αεροδρόμιο απέχει 4 χλμ. βορειοδυτικά από το κέντρο της πόλης.

Μέσα στην πόλη μετακινείστε με ταξί διαφόρων μεγεθών και εταιρειών με ταξίμετρο ή χωρίς, αλλά και με δίκυκλα μηχανάκια ταξί. Αν η φυσική σας κατάσταση το επιτρέπει, μπορείτε να νοικιάσετε ποδήλατο.

Διαμονή
Οικονομικό και απλό, το γαλλικής αποικιοκρατικής αρχιτεκτονικής «Mali Namphu Guest House» (114 Pangham Rd, τηλ: +856-21-215093, 263298) με τα δωμάτια να βλέπουν γύρω από τον ανοιχτό κήπο.

Με θέα στον ποταμό Μεκόνγκ το ξενοδοχείο «Inter City» (24-25, Fa Ngum Rd, Unit 5 Ban Wat Chan, τηλ: +856-21-242842-44), κεντρικό και διακοσμημένο με αντίκες σε παραδοσιακό στυλ με καλό εστιατόριο.

Το «Lao Plaza Hotel» (63, Samsenthai Rd, τηλ: +856-21-218800-01, www. laoplazahotel.com), αν και αρχιτεκτονικά δεν παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον, είναι ένα αρκετά καλό κεντρικό ξενοδοχείο με πολλές ανέσεις, καλό εστιατόριο και ενδιαφέρον κατάστημα με μεταξωτά και κοσμήματα λαϊκής τέχνης.

Πολυτελές και επίσης κεντρικό το «Park View Executive Suites» (Luang Prabang Rd, τηλ: +856-21-250888), διαθέτει διαμερίσματα και σουίτες.

Φαγητό
Το παραδοσιακό πρωινό είναι συνήθως σούπα από ρυζομακάρονα με διάφορα μυρωδικά αλλά τρώγεται και σαν ένα γρήγορο κολατσιό μαζί με κοτόπουλο ή χοιρινό. Πιο «στυλάτο» πρωινό το «κάο τζι πα τε». Πρόκειται για γαλλική μπαγκέτα ψωμιού γεμισμένη με πατέ λαοτιανού τύπου που μοιάζει περισσότερο με το αμερικανικό κόρνμπιφ παρά με γαλλικό πατέ, και διάφορες σάλτσες. Η κουζίνα περιλαμβάνει πιάτα απλά βασισμένα στο ποταμίσιο ψάρι, κοτόπουλο, πάπια, χοιρινό και νεροβούβαλο μαζί με λαχανικά, αρωματισμένα με λεμονόχορτο, φύλλα μέντας ή κορίανδρο, πιπερόριζα, καυτερό τσίλι, γάλα καρύδας, χυμό γλυκολέμονου και χυμό ταμαρίν.

Το πιο δημοφιλές πιάτο είναι το «λάαπ» που είναι σαλάτα με κιμά κρέατος ή ψαριού μαριναρισμένου σε χυμό γλυκολέμονου, σκόρδο, πράσινα κρεμμύδια, φύλλα μέντας, τσίλι και κολλώδες ρύζι. Συνοδεύεται με μαρούλι, φύλλα μέντας και φύλλα μάνγκο στον ατμό και διάφορα άλλα μυρωδικά ανάλογα με την εποχή.

Εξίσου δημοφιλές κυρίως στα υπαίθρια μαγέρικα και το καυτερό «ταμ σον» που αποτελείται από πράσινη παπάγια, χυμό γλυκολέμονου, τσίλι, σκόρδο, αλμυρή πάστα ψαριού «πα ντεκ», πάστα μαρουλιού «ναμ πακ κατ» και διάφορα άλλα μυρωδικά επιλογής του πελάτη.

Δοκιμάστε επίσης «ταμ κουάι» - πράσινες μπανάνες με τσίλι, χυμό γλυκολέμονου, σάλτσα ψαριού και «φοε» - ρυζομακάρονα μαγειρεμένα σε διάφορες παραλλαγές.

Πιείτε τη διάσημη μπίρα Λάο, το ρυζόκρασο Λάο Χάι, αλλά και το τοπικό ουίσκι Λάο-Λάο. Φημισμένος είναι ο λαοτιανός καφές που καλλιεργείται στη χώρα και θεωρείται από τους καλύτερους του κόσμου και σερβίρεται παραδοσιακά με πολλή ζάχαρη και ζαχαρούχο γάλα.

Το εστιατόριο «Labieng Latsamee» (Luang Prabang Rd, Ban Nongpanai Sikhottabong) εκτός από λαοτιανή κουζίνα σερβίρει ταϊλανδέζικα, κινέζικα και ευρωπαϊκά πιάτα.

Στο σοφιστικέ «Na Dao» (Patuxai) σερβίρεται η γαλλική κουζίνα.

Δίπλα στον Μεκόνγκ και πίσω από το ξενοδοχείο Taipan, το εστιατόριο «Douang Deuane», αν και λίγο τουριστικό σερβίρει αυθεντική λαοτιανή κουζίνα. Το «Bunmala» (Th Khu Vieng) θεωρείται το καλύτερο εστιατόριο λαοτιανής κουζίνας. Δοκιμάστε καυτερή σαλάτα παπάγιας, ψάρι ή πάπια ψητή και «πινγκ λιν» που είναι ψητή γλώσσα αγελάδας.

Για τηγανιτά ρυζομακάρονα στο «Samsenthai Fried Noodle» (Th Samsenthai).





Πηγή : ToVima

Εκεί που οι γυναίκες βάφονται με αρωματικό σανταλόξυλο και οι άνδρες φορούν πολύχρωμα ρούχα.



Ολη νύχτα η βροχή έπεφτε αλύπητα και ξημερώνοντας τίποτε δεν προμήνυε ότι θα σταματούσε. Το μικρό πουλμανάκι μάς άφησε κάμποσα μέτρα πριν από την αποβάθρα Ναν Τσα του ποταμού Λέμρο και για να φτάσουμε στη μικρή πιρόγα περπατήσαμε βουλιάζοντας στο νερό ως τα γόνατα. Η παρέα όμως είχε κέφι! Ο Γιώργος - ο «μεγάλος αρχηγός», όπως τον λέγαμε -, ο Χάρης, ο Μιχάλης με τη Γαρυφαλλιά και η γράφουσα, φορώντας μουσαμαδιές που τελικά δεν προφύλασσαν στο ελάχιστο από τον μουσώνα, είχαμε ξεκινήσει το τραγούδι. Από τον Σαββόπουλο στον Θεοδωράκη, ούτε που καταλάβαμε ότι η μηχανή της πιρόγας χάλασε και η πιρόγα παράδερνε ακυβέρνητη στις δίνες του ποταμού. Με την άκρη του ματιού μου είδα τον ξεναγό μας τον Σον να διαπραγματεύεται φοβισμένος με τους βαρκάρηδες ώσπου η πιρόγα έδεσε σε μια ξέρα και μας επιβίβασαν κακήν κακώς σε ένα άλλο βαρκάκι. Το τραγούδι συνεχίστηκε, όμως δεν ήταν αρκετό για να ξορκίσει την κακοδαιμονία, αφού και το βαρκάκι παρουσίασε βλάβη και η κατάσταση άρχισε να γίνεται σοβαρή, ώσπου ύστερα από περιπέτειες σκαρφαλώσαμε ανακουφισμένοι σε ένα μεγάλο πλοιάριο. Τότε το ποτάμι φάνηκε να δαμάστηκε και ο καθησυχαστικός ήχος της μηχανής - κρου-κρου-κρου - μαζί με τον παφλασμό των κυμάτων συνόδευε τη διαδρομή μας κατά μήκος του ποταμού. Ηρεμοι πλέον μπορούσαμε να απολαύσουμε και το λιτό κολατσιό μας - μια μπανάνα και ένα σάντουιτς - χαζεύοντας τα τοπία και την καθημερινότητα των κατοίκων που δεν πτοούνταν από τα στοιχεία της φύσης. Προορισμός μας, τα χωριά των Τσιν και οι φυλές Λαϊτού και Σακάμα.

Η επαρχία του Αρακάν ή Ρακίν
«Αρακάν» σήμαινε «μυστήριο», αφού η περιοχή, δυσπρόσιτη, με τις περισσότερες βροχές και την υψηλότερη υγρασία, ήταν κλειστή για τους ξένους διά μέσου των αιώνων. Ηταν η γη όπου συναντώνταν ινδοί βραχμάνοι, βουδιστές, αριανές φυλές και Μογγόλοι. Η «Ασημένια Γη», κατά τον Πτολεμαίο τον 2ο αιώνα μ.Χ., πήρε τη σύγχρονη ονομασία της από τους ίδιους τους πρώτους κατοίκους της: «Ρακάινγκ Πι». Ωστόσο οι ινδοί Αριανοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη «ρακάινγκ» στα προβουδιστικά χρόνια υποτιμητικά, εννοώντας τους άγριους και απολίτιστους λαούς, όπως τους Μογγόλους ή τους ινδούς σκουρόχρωμους Δραβίδες. Κατά μιαν άλλη εκδοχή η ονομασία προήλθε από τη λέξη Ρακαπούρα (στα σανσκριτικά Ρακσαπούρα) που σημαίνει «Η Χώρα των Δρακόντων», αναφερόμενη στους πρώτους κατοίκους της περιοχής Μπιλού που στα βιρμανικά σημαίνει «δράκος». Οι Μπιλού είχαν σκούρο δέρμα, πολύ σγουρά μαλλιά και έμοιαζαν με αγρίμια, ενώ αργότερα λέγοντας «Μπιλού» εννοούσαν τους πειρατές και τους δουλεμπόρους που λυμαίνονταν τις ακτές. Κατά τη βασιλεία του Τσάντρα Σούρια το 146 μ.Χ., το Αρακάν ασπάστηκε τον βουδισμό και τότε χύθηκε το περίφημο άγαλμα του Βούδα Μαχαμούνι που μαζί με την καμπάνα Γιατάρα έγιναν τα σύμβολα του τότε ανεξάρτητου κράτους. Ως το 957 μ.Χ. στην περιοχή κυριάρχησε ο ινδικός πολιτισμός, ώσπου κατακλύστηκε από τους Πγιου που ενσωμάτωσαν στον βραχμανισμό και στον βουδισμό ανιμιστικά στοιχεία. Το Ισλάμ εμφανίστηκε στην περιοχή από τη γειτονική Βεγγάλη και αρκετοί το ασπάστηκαν. Το 1782 το Αρακάν κατακτήθηκε από τους Βιρμανούς. Τότε το ιερό άγαλμα του Βούδα Μαχαμούνι εκλάπη από τον βασιλιά της Αμαραπούρα, Μπονταουπάγια, και οι κάτοικοι θεώρησαν ότι η μοίρα τους είχε κριθεί. Το 1826 κατακτήθηκε από τους Αγγλους και το 1948 προσαρτήθηκε στο αυτόνομο κράτος της Βιρμανίας. Από το 1988 η κυβέρνηση αποφάσισε να αφήσει πίσω το βρετανικό αποικιοκρατικό παρελθόν και έτσι μια σειρά ονομάτων πόλεων και περιοχών καθώς και το όνομα της χώρας άλλαξαν στη λατινική γραφή προκειμένου να προφέρονται σύμφωνα με το βιρμανικό αλφάβητο και τις καθημερινές ονομασίες. Ετσι η Μπούρμα έγινε Μιανμά(ρ), η πρωτεύουσα Ραγκούν έγινε Γιανγκόν, η Ατσάμπ μετονομάστηκε Σίβτε, η επαρχία Αρακάν έγινε Ρακίν κ.ά. Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να διαπιστώσετε ότι χρησιμοποιούνται και τα δύο ονόματα κάποιας πόλης, μια και η συνήθεια είναι πολύ βαθιά.

Στο Σίτβε και στην αγορά Μιόμα
Πρωτεύουσα και λιμάνι με «μουσουλμανική μυρωδιά» (λόγω των πολλών μεταναστών από το Μπανγκλαντές που έκτισαν τα σπίτια τους στις όχθες του ποταμού Καλαντάν και είναι ψαράδες), στην ανατολική ακτή του Κόλπου της Βεγγάλης, αν και με ιστορία 2.000 ετών, η σύγχρονη Σίτβε ιδρύθηκε το 1826 από τον εγγλέζο στρατηγό Μόρισον, ο οποίος μετέφερε το στράτευμά του από το Μράουκ Ου στις εκβολές του ποταμού Κάλανταν προκειμένου να αποφύγει την υγρασία, κατά τον πρώτο Αγγλοβιρμανικό πόλεμο. Τότε άνθησε το εμπόριο και τα ατμόπλοια μετέφεραν πυρετωδώς εμπορεύματα μεταξύ Καλκούτας και Σίτβε. Η πόλη απέκτησε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα και οι γυναίκες υιοθέτησαν τα ζωηρά χρώματα στο ντύσιμό τους με κόκκινες μπλούζες και λόνγκι (τα μακριά υφάσματα εν είδει φούστας που φορούν γυναίκες και άντρες) σε κόκκινα, φούξια και πορτοκαλί χρώματα ως και σήμερα, που δεν θα δείτε σε καμία άλλη περιοχή της χώρας. Η μεσαιωνική Σίτβε καταλαμβάνει ένα οροπέδιο 80 χλμ. από τις εκβολές του ποταμού Κάλανταν ανάμεσα στους ποταμούς Κάλανταν και Λέμρο. Εξερευνώντας τη σύγχρονη Σίτβε την προσοχή σας θα τραβήξουν τα πολλά ποδήλατα και ίσως το άχαρο κιτρινωπό, ξεφτισμένο μάλλον από τις ατέλειωτες βροχές κτίριο, με τον Πύργο του Ρολογιού που έκτισαν οι Πορτογάλοι τον 18ο αιώνα. Το πιο ζωηρό κομμάτι όμως που συγκεντρώνει καθημερινά όλους τους κατοίκους που δεν πτοούνται από τις δυνατές βροχές είναι η αγορά Μιόμα. Τι πολύχρωμα φρούτα, τι λαχανικά, τι εξωτικά λουλούδια, τι ψάρια να σπαρταρούν φρεσκότατα, τι μεγάλες γαρίδες, τι μικρά τσουκάλια να σιγοβράζουν οι αχνιστές σούπες για ένα τονωτικό κολατσιό και τι κόσμος! Ολες οι φυλές από τα γύρω χωριά με τις παραδοσιακές τους φορεσιές να διαλέγουν, να δοκιμάζουν, να χαζεύουν, να ψωνίζουν, να στέκονται για μια τηγανιτή γαριδόπιτα ή ένα φλιτζάνι τσάι, ή απλώς για λίγη κουβεντούλα τέλος πάντων!.. Και λίγο παραπέρα οι ραφτάδες: άνδρες και γυναίκες. Με βαμβακερά και μεταξωτά υφαντά υφάσματα για την αξιότιμο πελατεία και λίγα χιλιοϊδωμένα φθαρμένα φιγουρίνια, πότε να γαζώνουν φουριόζοι και πότε να παίρνουν έναν μικρό υπνάκο πάνω στις μηχανές τους.

Το Πολιτιστικό Μουσείο της Σίτβε
Αν και η αναγγελία της ίδρυσής του έγινε το 1955, η δημιουργία του ξεκίνησε στα 1978, για να εγκαινιαστεί τελικά στο κτίριο της κεντρικής λεωφόρου της Σίτβε, στις 19 Φεβρουαρίου 1996. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου δεν θα λέγαμε ότι ταιριάζει με την περιοχή, καθώς πρόκειται για κακό σχέδιο της δεκαετίας του '70, απογοητευτικό για τον επισκέπτη. Παρ' όλα αυτά αξίζει να περιηγηθείτε στους δύο ορόφους με τα διάφορα εκθέματα της περιοχής του Ρακίν. Ο πρώτος όροφος περιλαμβάνει ευρήματα από τις αρχαίες πόλεις, αγάλματα, επιγραφές και καλλιτεχνήματα, ενώ στον δεύτερο όροφο, που είναι αφιερωμένος στον πολιτισμό των φυλών της περιοχής, έχουν τοποθετηθεί λαογραφικά εκθέματα, όπως αναπαράσταση σπιτιού και εθίμων, παραδοσιακές φορεσιές και είδη καθημερινής χρήσης, ενώ ένα τμήμα του μουσείου είναι αφιερωμένο στη βουδιστική θρησκευτική τέχνη.

Στα χωριά της φυλής Λαϊτού και στις γυναίκες Σακάμα
Πολύ μεγάλο κεφάλαιο για τον ταξιδιώτη στην επαρχία Ρακίν είναι η επίσκεψη στις φυλές των Τσιν. Οι Τσιν είναι μια μεγάλη εθνική ομάδα που στην πλειονότητά της κατοικεί στην Ινδία και στο Μπανγκλαντές, ενώ μόλις το ένα τρίτο της στη Βιρμανία. Οι Τσιν της Βιρμανίας κατοικούν στην ομώνυμη επαρχία τους και ένα μικρό ποσοστό στο κοντινό Ρακίν. Στα υψίπεδα ασχολούνται με τις καλλιέργειες δημητριακών και καλαμποκιού και στα χαμηλά κυρίως με την καλλιέργεια ρυζιού που τόσο ευνοεί το κλίμα. Οι Τσιν του Ρακίν κατασκευάζουν τα σπίτια τους από καλάμια και ψάθες, στερεώνοντάς τα με πασσάλους στη γη προκειμένου να προστατευτούν από τις πλημμύρες του ποταμού την περίοδο των μουσώνων. Είναι ανιμιστές και πιστεύουν στην ψυχή εμψύχων και αψύχων, καθώς και στις δυνάμεις των πνευμάτων και των προγόνων. Στο χωριό Σιν Κε στις όχθες του ποταμού Λέμρο ζει η φυλή Λαϊτού. Εκεί η οικονομία των κατοίκων βασίζεται στην αλιεία και στην υφαντική δραστηριότητα των γυναικών, ενώ τα σπίτια τους είναι από καλάμια που στηρίζονται πάνω σε ψηλούς πασσάλους. Το χωριό αυτό, όπως και τα υπόλοιπα, δεν είναι συνηθισμένο στην παρουσία ξένων και ούτε πρόκειται για μια τουριστική ατραξιόν. Ισως εμείς να αποτελούμε θέαμα σπάνιο και αξιοπερίεργο για εκείνους. Οι Λαϊτού που κατοικούν εκεί, όπως και στο χωριό Κάρι Τσάουνγκ, διακρίνονται για τα ιδιαίτερα ήθη και έθιμα, και ένα από αυτά είναι τα τατουάζ που κάνουν οι γυναίκες σε ολόκληρο το πρόσωπό τους που θυμίζουν ιστό αράχνης. Συνεχίζοντας την πλοήγηση στο ποτάμι, στο χωριό Σιν Τσαρ Σέικ ζει η φυλή Τετ με τις γυναίκες Σακάμα. Οι Σακάμα συνηθίζουν να κάνουν μια μεγάλη τρύπα στα αφτιά τους και να περνούν εσωτερικά έναν μεταλλικό κρίκο. Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση, που επεμβαίνει ακόμη και στον γυναικείο καλλωπισμό απαγορεύοντας την πώληση καλλυντικών και ειδών μακιγιάζ, έχει απαγορεύσει τα τατουάζ καθώς και τα τρυπήματα των αφτιών, υπό την απειλή αυστηρών ποινών. Κάτι που από πολλούς ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια «ομαδοποίησης» των κατοίκων της επαρχίας με στόχο την εξάλειψη των ιδιαίτερων φυλετικών εθίμων.

Η παγόδα Σιτάουνγκ του Μράουκ Ου
Μετά την ανεπιτυχή επίθεση των Πορτογάλων, στην κορυφή ενός μικρού λόφου βόρεια του παλατιού χτίστηκε από τον βασιλιά Μινμπίν το 1535 η παγόδα που είναι γνωστή με το όνομα «Παγόδα με τους 80.000 Βούδες». Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτός ήταν ο αριθμός των αγαλμάτων του Βούδα που υπήρχαν στην παγόδα, ενώ άλλοι αναφέρονται στον αριθμό των δηλώσεων που έκανε ο Βούδας στις ομιλίες του. Η παγόδα στολίζεται με τοιχογραφίες από τη βουδιστική και βραχμανική μυθολογία. Στη νότια πλευρά της υπάρχει μια σκάλα που οδηγεί στον πρώτο εξώστη, ενώ ένα σκεπαστό μονοπάτι οδηγεί στον ανώτερο εξώστη που υψώνεται σε δέκα μέτρα από τη χαμηλότερη αυλή. Οι πέτρινοι τοίχοι του οικοδομήματος έχουν πάχος τριών μέτρων και ύψος τεσσάρων μέτρων. Μικρές στούπες βρίσκονται σε πολλά σημεία των τοίχων με ανάγλυφες πλάκες και κατά μήκος του εξωτερικού τοίχου υπάρχουν εκατοντάδες βουδιστικά αγάλματα διαφόρων μεγεθών. Το κύριο ιερό διαθέτει ένα μακρύ σκοτεινό πέρασμα που οδηγεί στο Αδυτο, όπου κυριαρχεί ένα τεράστιο άγαλμα του Βούδα. Γύρω από τον ναό υπάρχουν εξαιρετικά ανάγλυφα και γλυπτά που απεικονίζουν τζατάκες - προηγούμενες ζωές του Βούδα.

Λίγο τανάγκα για ομορφιά
Από το αρωματικό σανταλόξυλο βγάζουν τη φλούδα η οποία τρίβεται καθημερινά με μεγάλο κόπο σε πέτρινη πλάκα και η σκόνη της μαζί με νερό δημιουργεί έναν πολτό κίτρινου χρώματος που απλώνεται στο πρόσωπο. Ο πολτός αυτός ονομάζεται τανάγκα και πέρα από τις αντηλιακές ιδιότητες που πιστεύεται ότι έχει και τη δροσιά που χαρίζει κάτω από τον δυνατό ήλιο της Μιανμάρ, θεωρείται στοιχείο ομορφιάς για άνδρες και γυναίκες, ενώ ακόμα πιστεύουν ότι η καθημερινή του χρήση στα μικρά παιδιά θα τα κάνει όμορφα όταν μεγαλώσουν. Αυτό είναι και το μόνο «μακιγιάζ» που επιτρέπεται από την κυβέρνηση.

Στην παγόδα Αντάου
Νοτιανατολικά της παγόδας Σιτάουνγκ βρίσκεται το συγκρότημα της παγόδας Αντάου. Πρόκειται για οκτάπλευρο μνημείο με επιπλέον ορθογώνιο χώρο προσευχής και παρόμοια κάτοψη με εκείνην της Σιτάουνγκ. Αποτελείται από ογκώδεις καμπανόσχημες στούπες με μικρά παράθυρα για φωτισμό και εξαερισμό και 16 τζέντις. Ο βασιλιάς Μινλαράτζα έκτισε τον ναό το 1521, ενώ ο βασιλιάς Μινρατζαγκί τον ανακαίνισε το 1596 προκειμένου να ενσωματώσει ένα λείψανο (δόντι) του Βούδα φερμένο από την Κεϊλάνη από τον βασιλιά Μινμπίν. Αξίζει να προσέξετε τις αρχιτεκτονικές διαφορές στις «σικάρας» (τις κορυφές) των στουπών μεταξύ της Σιτάουνγκ και της Αντάου που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές περιόδους του βασιλείου, καθώς επίσης και τις τοιχογραφίες.

Στο βασίλειο του Μράουκ Ου
Εχω μιλήσει και άλλες φορές για την αείμνηστη συγγραφέα Νίκα Τσέγκου. Τα ταξιδιωτικά βιβλία της, πληρέστατα και με μεγάλη βιβλιογραφία, παρουσιάζουν σφαιρικά τις χώρες στις οποίες πρόλαβε να ταξιδέψει και αποτελούν ένα πολύτιμο βοήθημα όχι μόνο για τον ταξιδιώτη ή τον ξεναγό αλλά και γι' αυτόν που θα θελήσει απλώς να ονειρευτεί διαβάζοντας ένα βιβλίο. Αυτή τη φορά με συντρόφευσε το βιβλίο της «Βιρμανία, ιστορικές πόλεις και μνημεία» των εκδόσεων Πάρης Καραμήτσας, και είναι πραγματικά κρίμα που οι κληρονόμοι των πνευματικών της δικαιωμάτων δεν έχουν αποφασίσει ακόμα την επανέκδοση των εξαντλημένων της έργων. Διαβάζω λοιπόν ότι το Μράουκ Ου ιδρύθηκε το 1433 από τον βασιλιά Μινσαουμούν και ήταν η πρωτεύουσα και πνευματικό κέντρο της περιοχής για τρεισήμιση αιώνες, ώσπου να καταλυθεί η αυτοκρατορία του Αρακάν. Ανάμεσα σε ψηλά βραχώδη βουνά και με μόνη πρόσβαση τους υδάτινους δρόμους, η καινούργια πρωτεύουσα του βασιλιά που αψήφησε τους βραχμάνους αστρολόγους που τον προειδοποίησαν ότι αν κάνει τη μεταφορά από την πόλη Λαουνγκέτ θα πεθάνει, και πράγματι λίγο μετά η προφητεία επαληθεύτηκε, ήταν μεγαλοπρεπής. Ο πορτογάλος Αυγουστίνος, μοναχός από την ινδική Γκόα, περιέγραψε: «Τα περισσότερα σπίτια της πόλης είναι από μπαμπού. Τα σπίτια είναι κτισμένα σύμφωνα με την κοινωνική θέση και τάξη του ιδιοκτήτη και επίσης σύμφωνα με το ποσό των χρημάτων που ήθελε να ξοδέψει… Τα παλατιανά κτίρια έχουν και δωμάτια φτιαγμένα από ευωδιαστά ξύλα όπως λευκό και κόκκινο σανταλόξυλο που ικανοποιούν την αίσθηση της όσφρησης με τη δική τους φυσική μυρωδιά». Επίσης την αποκαλεί κοσμοπολίτικη όπου «ακούς πολλές γλώσσες από διαφορετικές φυλές με πολύχρωμες ενδυμασίες», ενώ «στα μαγαζιά πουλούσαν σε μεγάλη αφθονία διαμάντια, ρουμπίνια, ζαφείρια, σμαράγδια, τοπάζια, χρυσό και ασήμι σε πλάκες και ράβδους, όπως και κασσίτερο και ψευδάργυρο». Οι οχυρώσεις της, των οποίων τα κατάλοιπα βλέπουμε σήμερα, εκτείνονταν σε απόσταση 30 χλμ. και στο κέντρο δέσποζε το βασιλικό ανάκτορο. Ο,τι έχει απομείνει πλέον είναι μια πλατφόρμα απ' όπου το μάτι φτάνει πέρα μακριά στους αγρούς με τις παγόδες και τα διάσπαρτα βουδιστικά αγάλματα - απομεινάρια μεγαλόπρεπων ναών. Αλλοι ναοί σφιχταγκαλιασμένοι στο θανάσιμο αγκάλιασμα της ζούγκλας και άλλοι να λειτουργούν σεμνά μισογκρεμισμένοι. Οκτώ χιλιόμετρα καταλαμβάνουν αυτά τα ερείπια που κάποτε ήταν ό,τι πιο μεγαλόπρεπο είχε να επιδείξει η λαμπρή αυτή πρωτεύουσα.

πρόσβαση:
Η καλύτερη πρόταση για να επισκεφθείτε το Ρακίν είναι ως μέρος ευρύτερου ταξιδιωτικού προγράμματος τουριστικού γραφείου που θα φροντίσει και για την ειδική άδεια, μια και η περιοχή δεν είναι εύκολη και θα πρέπει να ενημερωθείτε για τις ισχύουσες συνθήκες την περίοδο επίσκεψής σας. Κατά μήκος των συνόρων με το Μπανγκλαντές οι κάτοικοι στην πλειονότητά τους είναι μουσουλμάνοι και προστατεύονται από στρατό μουτζαχεντίν με αποτέλεσμα αρκετές φορές να δημιουργούνται ταραχές κοντά στα σύνορα. Πρόκειται όμως για μια πραγματικά ανεπανάληπτη εμπειρία. 

Η αεροπορική εταιρεία Qatar Airways πετάει για την πρωτεύουσα Γιανγκόν μέσω Ντόχα και Μπανγκόκ και δίνει την περίοδο αυτή την καλύτερη προσφορά. Από τη Γιανγκόν οι αεροπορικές εταιρείες Myanmar Airway και Air Mandalay, πετούν σχεδόν καθημερινά για Σίτβε. Από το Σίτβε στο Μράουκ Ου θα φτάσετε με πλοιάριο (περίπου 5 ώρες κατά μήκος του ποταμού Κάλανταν) ή ταχύπλοο μέσα σε μιάμιση με δύο ώρες. Οι μετακινήσεις σας στις περιοχές –ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες – γίνονται με ιδιωτικό κλιματιζόμενο λεωφορείο, τρίκυκλο ποδήλατο ή ιππήλατες άμαξες.   

διαμονή:
Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που το Ρακίν άνοιξε τις πύλες του, επιλεκτικά, στον τουρισμό, οπότε οι υπηρεσίες είναι περιορισμένες. Μην περιμένετε να μείνετε σε πολυτελή ξενοδοχεία αφού παρέχονται μόνο οι βασικές υπηρεσίες στα καταλύματα. Στη Σίτβε το ξενοδοχείο «Noble» (45 Main Road Maw Leik Quarter, τηλ.: +95 43 23 558) είναι αξιοπρεπές με αδιάφορη αρχιτεκτονική, όπως και το «Sittwe Hotel» (West Sanpya Quarter, τηλ.: + 95 43 23478, 24011). Για να κάνετε κράτηση στο «Vesali Resort Hotel» που πρόκειται για ξύλινα απλά μπανγκαλόου στο Μράουκ Ου, θα απευθυνθείτε στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στην πρωτεύουσα Γιανγκόν (80E, Thanlwin Rd, Golden Valley, τηλ.:+951 525609, 526593, 703048). Το ξενοδοχείο «Shwe Thazin» (No.250, Main Road, Kyaebingyi Quarter, τηλ.: + 95 43 23579, 22314, 22319, http://www.shwetha­zinhotel.com/), ξύλινο με όμορφη παραδοσιακή αρχιτεκτονική είναι το καλύτερο της περιοχής και απέχει λίγα μόλις λεπτά από την παγόδα Σιτάουνγκ στο Μράουκ Ου. 

φαγητό:
Το μυστικό για ένα τυπικό βιρμανικό γεύμα είναι το κάρι! Οσα περισσότερα είδη υπάρχουν στο τραπέζι τόσο πιο εκλεπτυσμένο θεωρείται. Λέγεται μάλιστα ότι ένας βασιλιάς της αντιπάλου αρχαίας πόλης Παγκάν ήταν τόσο καλοφαγάς ώστε στο τραπέζι του υπήρχαν περισσότερα από 300 διαφορετικά είδη κάρι! Οι βιρμανοί συνήθως απολαμβάνουν τέσσερα γεύματα τη μέρα, που ξεκινά δυναμικά με τηγανιτό ρύζι, φασόλια και σούπα από κατσικίσιο πόδι, ενώ απολύτως απαραίτητο στο τέλος κάθε γεύματος είναι ένα φλιτζάνι πράσινο τσάι, που αφήνει μια δροσερή αίσθηση στον ουρανίσκο. Το επόμενο γεύμα είναι το λεγόμενο δεκατιανό με κάποιο ελαφρύ κολατσιό από τηγανιτές κυρίως λιχουδιές. Το μεσημεριανό και το βραδινό είναι τα μεγάλα κύρια γεύματα της ημέρας. Και αυτά ξεκινούν με γλυκόξινη σούπα με πολλά συστατικά και μυρωδικά ή μανιτάρια που αφθονούν κατά την εποχή των μουσώνων (Ιούλιο - Οκτώβριο). Βασικό είναι το βραστό ρύζι που συνοδεύεται με ποικιλία από διάφορα φαγητά σε μικρές μερίδες: χοιρινό, πάπια, κοτόπουλο, αρνάκι, κρέας, ψάρι, γαρίδες, αβγά, μαγειρεμένα με όλους τους τρόπους και άφθονα μπαχαρικά, συνήθως καυτερά, και κυρίως την απαραίτητη καυτερή αλμυρή πάστα γαρίδας «νγκάπι». Και όλα αυτά να πλαισιώνονται με μια τεράστια ποικιλία ωμών ή βραστών λαχανικών, αλλά και εξωτικών φρούτων όπως το μάνγκο και η καρύδα. Η κουζίνα στο Ρακίν έχει φυσικά δεχθεί πολλές επιρροές από τη γειτονική Ινδία, γι’ αυτό και θα βρείτε και τις δημοφιλείς πίτες «ναν». Πέρα από τσάι και φυσικούς χυμούς θα πιείτε την τοπική μπίρα «Mandalay» και θα γλυκαθείτε με σιροπιαστές τηγανιτές μπανάνες ή διάφορες γλυκές πάστες από ρύζι. Οσο για τα εστιατόρια, οι επιλογές είναι αρκετά περιορισμένες οπότε καλύτερα να προτιμήσετε εκείνα των ξενοδοχείων. 

Πηγή : ToVima

Αποικιοκρατικές επαύλεις, ιστορικές μνήμες και ξέγνοιστες στιγμές παντρεύονται στην πόλη του Χοσέ Μαρτί.


Οταν ο γιατρός Ερνέστο Μπερούκας μου είπε ότι ο πατέρας του τού έδωσε αυτό το όνομα προς τιμήν του Τσε, εντυπωσιάστηκα και ζήτησα να του μιλήσω. «Ημουν φοιτητής της Ιατρικής επί χούντας» θα ξεκινήσει την ιστορία του ο διακεκριμένος γιατρός Κωνσταντίνος Μπερούκας «και ανήκα στον αριστερό χώρο χωρίς να είμαι ενταγμένος σε κάποια από τις μεγάλες οργανώσεις. Μας είχε εντυπωσιάσει η πορεία του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα που, αν και καταγόταν από μια εύπορη αριστοκρατική οικογένεια, έχοντας κίνητρο ουμανιστικό και επαναστατικό, άφησε τα καλά του και ήρθε να πολεμήσει στην Κούβα, παρ' όλο που έπασχε από βρογχικό άσθμα σε προχωρημένο στάδιο.

Για μένα ο αγωνιστής αυτός υπήρξε πρότυπο προσφοράς στον άνθρωπο και έδωσα υπόσχεση να δώσω το όνομά του στον πρώτο μου γιο. Και πραγματικά όταν απέκτησα τον γιο μου θέλησα να τον βαφτίσω Ερνέστο, όμως κανένας παπάς δεν δεχόταν αυτό το όνομα, ούτε καν το μικρό εκκλησάκι του νοσοκομείου όπου εργαζόμουν. Ευτυχώς που γνώρισα τον παπα-Γιώργη Κατινά της Αγίας Αικατερίνης της Πλάκας και έτσι ο γιος μου βαφτίστηκε Ερνέστο».

Ο Ερνέστο Γκεβάρα έγινε σύμβολο όχι μόνο στην Κούβα που εξακολουθεί να ζει σε κάθε γωνιά της αλλά και σε όλον τον κόσμο. Ο αγώνας για τα ιδανικά συνεπήρε και τη δική μου γενιά της Μεταπολίτευσης, όπου σε πολλών μας τα σπίτια η γελαστή φωτογραφία του Τσε σε κάποιον τοίχο μάς θυμίζει πικρά τον στίχο του Σεφέρη: «Πήραμε τη ζωή μας• λάθος κι αλλάξαμε ζωή».


Αβάνα, τα αξιοθέατα


Στην Πλάσα ντε Αρμας της Παλιάς Αβάνας
Η Παλιά Αβάνα εκτείνεται σε 1.420 στρέμματα, διαθέτει 3.157 παλιά ιστορικά κτίσματα και κατοικούν 74.000 άνθρωποι. Το 1982 η UNESCO ανακήρυξε την Παλιά Αβάνα Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς και από τότε με τη βοήθειά της γίνονται προσπάθειες αναστήλωσης πολλών ιστορικών κτισμάτων. Η Αβάνα ήταν η πρώτη πόλη στη Λατινική Αμερική που φωτίστηκε με λάμπες αερίου και η παλαιότερη πλατεία με το γέρικο δέντρο σέιμπα που φυτεύτηκε όταν ιδρύθηκε η πόλη το 1519 απέκτησε φανοστάτες που λειτουργούν ακόμη. Ανάμεσα στα εξαιρετικά αποικιακά κτίσματα της πλατείας, το Παλάσιο ντε λος Καπιτάνος Χενεράλες (Μέγαρο των Στρατηγών), που κτίστηκε μεταξύ 1776 και1791. Μπροστά από την εντυπωσιακή πρόσοψη το ξύλινο πεζοδρόμιο είναι μοναδικό στο είδος του στον Νέο Κόσμο, ενώ η βαριά πόρτα οδηγεί σε μια περίστυλη αυλή, στο κέντρο της οποίας δεσπόζει το άγαλμα του Χριστόφορου Κολόμβου.

Το Καστίγιο ντε λος τρες Ρέγες ντελ Μόρο και το Καστίγιο ντε λα Ρεάλ Φουέρσα
Χτισμένο το 1563 από ογκώδη κοραλλιογενή βράχια, με φάρο ύψους 24 μέτρων που τοποθετήθηκε το 1844 και φωτίζει σε απόσταση περίπου 80 χλμ., και 16 κανόνια, συμπεριλαμβανομένου του μεγάλου που πήρε το όνομα «12Απόστολοι», που είναι στραμμένα στη θάλασσα, από τρομερό κάστρο σήμερα είναι ένας ρομαντικός τόπος για να ρεμβάζουν οι ερωτευμένοι αγναντεύοντας την άλλη πλευρά του λιμανιού. Νότια του κάστρου βρίσκεται το φρούριο του 18ου αιώνα Σαν Κάρλος ντε λα Καμπάνια που υπήρξε φυλακή και χώρος εκτέλεσης πολιτικών κρατουμένων και σήμερα είναι μουσείο στρατιωτικής ιστορίας. Στην πλευρά της Παλιάς Αβάνας το δεύτερο παλαιότερο κάστρο της Λατινικής Αμερικής, που χτίστηκε μεταξύ1538 και 1577, το Καστίγιο ντε λα Ρεάλ Φουέρσα, μας υποδέχεται στην είσοδο της ομορφότερης πλατείας. Σήμερα στεγάζει διάφορα μουσεία, μεταξύ αυτών την Εθνική Βιβλιοθήκη και τα Αρχεία, την Πινακοθήκη, το Μουσείο Κεραμικής Τέχνης και των Όπλων.

Τα περίφημα πούρα
Για τους καπνιστές η Αβάνα είναι παράδεισος, καθώς τα Habanos θεωρούνται τα καλύτερα πούρα του κόσμου. Ενας λόγος βέβαια είναι οι ιδανικές συνθήκες καλλιέργειας, ειδικά στις περιοχές Vuelta Abajo και Partido, στα δυτικά της Αβάνας. Ο «torcedor» απλώνει πρώτα το «λιγέρο» που δίνει στο πούρο τη δύναμή του και μετά προσθέτει το εσωτερικό μείγμα που καθορίζει ο διευθυντής παραγωγής του εργοστασίου, τη συνταγή του οποίου μόνο αυτός γνωρίζει.

Κατόπιν το πούρο τοποθετείται στο πιεστήριο για περίπου 20 λεπτά και τέλος προστίθεται το τελικό περίβλημα. Αργότερα τα πούρα διαχωρίζονται με βάση το χρώμα και τοποθετούνται σε ειδική αίθουσα ώστε να μη χάσουν την υγρασία τους. Για κάθε ώρα της ημέρας υπάρχει και ένας διαφορετικός τύπος. Στην Κούβα τα πούρα πωλούνται στο ένα έκτο της αντίστοιχης τιμής στη χώρα μας. Επειδή κυκλοφορούν πολλές απομιμήσεις, αγοράστε τα μόνο από εξουσιοδοτημένα καταστήματα, όπως τα εργοστάσια Παρταγάς και Λα Κορόνα στην Αβάνα, και κρατήστε την απόδειξη ώστε να μην έχετε προβλήματα στο τελωνείο της Αβάνας φεύγοντας.

Το Καπιτώλιο Νασιονάλ
Πιστό αντίγραφο του Καπιτωλίου της Ουάσιγκτον, με ύψος 62,5 μέτρα, χτιζόταν από το 1909 ως το 1913 και στοίχισε 16,3 εκατ. δολάρια. Οι πέτρινες σκάλες του πλαισιώνονται από δύο ορειχάλκινα αγάλματα της Εργασίας και της Αρετής και οδηγούν στην είσοδο με τις βαριές ορειχάλκινες πόρτες που έχουν ανάγλυφα σκαλισμένη την ιστορία της Κούβας. Σήμερα φιλοξενεί τα περισσότερα μουσεία της Αβάνας, όπως το Μουσείο Καλών Τεχνών, αλλά και το Επιστημών, Τεχνολογίας, Περιβάλλοντος κ.ά. Έξω από το Καπιτώλιο, πέρα από το«Σιντριβάνι της Ινδίας» που φιλοτεχνήθηκε το 1837 από λευκό μάρμαρο, θα συναντήσετε σταθμευμένα αμέτρητα παλιά αυτοκίνητα σαν να πρόκειται για μια μεγάλη έκθεση, που περιμένουν να πάρουν τους τουρίστες μαζί με ένα πολύχρωμο πλήθος μικροπωλητών.

Η Πλάσα ντε λα Κατεντράλ
Ο Κατεντράλ ντε λα Αμπάνα, όπως αποκαλείται από τους ντόπιους, χτίστηκε μεταξύ1748 και 1777 και είναι αφιερωμένος στον Χριστόφορο Κολόμβο, τα οστά του οποίου λέγεται ότι στεγάζονταν σε αυτόν τον ναό ως
το 1899, οπότε επεστράφησαν στην Ισπανία. Αξίζει να προσέξετε τα καμπαναριά του ναού που στο μέταλλό τους έχουν πρόσμειξη χρυσού. Όλα τα κτίσματα της πλατείας που περιβάλλουν τον Καθεδρικό είναι ιστορικά, όπως η Κάσα ντελ Κόντε ντε Κάσα Μπαγιόνα (1720)στη νότια πλευρά, που φιλοξενεί το Μουσείο Αποικιακής Τέχνης. Τα καφενεδάκια στο κέντρο της πλατείας σερβίρουν μοχίτο στους τουρίστες, μουσικοί του δρόμου δίνουν παραστάσεις, ενώ κάτω από τις αψιδωτές στοές στήνουν τα τραπέζια τους οι «μουτάτας» φορώντας παραδοσιακές φορεσιές και προλέγουν το μέλλον. Παραδίπλα βρίσκεται και η διάσημη ταβέρνα «Μποντεκίτα ντελ Μέντιο»,αγαπημένη των Ερολ Φλιν και Χεμινγκγουέι.

Το παγωτατζίδικο Coppelia
Οι Κουβανοί λατρεύουν τα παγωτά, γι’ αυτό και θα τους δείτε να περιμένουν υπομονετικά στην ατελείωτη ουρά για να τα απολαύσουν στο τεράστιο παγωτατζίδικο «Coppelia» (Calle23, Vedado) στην καρδιά του Βεδάδο, σε ένα μοντέρνο αλλά αταίριαστο κτίσμα. Εδώ γυρίστηκαν και δύο σκηνές από την ταινία «Φράουλες και σοκολάτα» (1994) του Τόμας Γκουτιέρες Αλέα. Δυστυχώς και εδώ υπάρχουν διακρίσεις, καθώς είναι ξεχωριστή η πτέρυγα για τους τουρίστες που πληρώνουν με δολάρια.



Το Τεάτρο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και τα μπαλέτα της Αλίσια Αλόνσο
Η στέγη των Εθνικών Μπαλέτων και Εθνικού Θεάτρου είναι ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα του είδους του. Χτίστηκε γύρω από το πρώην Τεάτρο Τακόν του 1834 και ξεκίνησε το 1907ως Σέντρο Γκαγέγκο, ένα κοινωνικό κλαμπ, που εν συνεχεία εξελίχθηκε σε θέατρο. Ο βέλγος αρχιτέκτονας Πολ Μπελάου σχεδίασε ένα νεομπαρόκ κτίσμα που ενσωμάτωσε το θέατρο μεταξύ 1906 και 1915. Το 1937 απέκτησε μια πανέμορφη πρόσοψη που χαρακτηρίζεται από τέσσερις πυργίσκους όπου ίπτανται μπρούντζινοι άγγελοι. Διαθέτει 2.000 θέσεις και στη σκηνή του έχουν εμφανιστεί η Σάρα Μπερνάρ και ο Καρούζο. Δημιουργός των Μπαλέτων της Κούβας, ενός εκ των κορυφαίων συγκροτημάτων του κόσμου, η χορεύτρια και χορογράφος-θρύλος Αλίσια Αλόνσο, με τα οποία έχει δώσει πολλές παραστάσεις και στη χώρα μας.

Στο Καμπαρέ Τροπικάνα
Πάνω από 200 χορευτές, ορχήστρες, μπάντες αφροκουβανέζικες και γνωστά μουσικά σχήματα φιλοξενούνται στη σκηνή ενός από τα μεγαλύτερα κλαμπ του κόσμου, που χαρακτηρίζεται από φαντασμαγορία κοστουμιών και σκηνικών. Ο «Παράδεισος κάτω από τα Άστρα», όπως το αποκάλεσαν, φιλοξένησε στη σκηνή του καλλιτέχνες όπως η Κάρμεν Μιράντα και ο Νατ Κινγκ Κόουλ. Χωρητικότητας 1.050 θεατών, απέχει 15 λεπτά από το κέντρο της Αβάνας και διαθέτει περιστρεφόμενη σκηνή. Πανέμορφες καλλίγραμμες χορεύτριες με τολμηρά κοστούμια και καλογυμνασμένα ευλύγιστα αγόρια δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό κάθε βράδυ παρουσιάζοντας ένα εξαιρετικό σόου υψηλών απαιτήσεων που σε πολλά σημεία υπερτερεί των αντίστοιχων φημισμένων καμπαρέ του Παρισιού.

Η λεωφόρος Μαλεκόν
Η «λεωφόρος των εραστών» για τους«αμπανέρος», αφού στο μικρό τείχος κατά μήκους της βρίσκουν καταφύγιο τα βράδια πλήθος από ερωτευμένα ζευγάρια, σχεδιάστηκε το 1901 από τον αμερικανό κυβερνήτη στρατηγό Λέοναρντ Γουντς. Αυτό το μικρό τείχος δημιουργεί κυματοθραύστη προστατεύοντας τα σπίτια που είναι χτισμένα στην άλλη πλευρά της. Ωστόσο δεν είναι λίγες οι φορές που θυελλώδεις άνεμοι σηκώνουν τα κύματα ψηλά, τα οποία περνώντας πάνω από τον μόλο διαβρώνουν με την υγρασία τους τα παλιά σπίτια. Με μήκος περίπου 6 χλμ., η παραλιακή φαρδιά λεωφόρος Μαλεκόν ενώνει την Παλιά Αβάνα με την αριστοκρατική συνοικία Μιραμάρ, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει η αναπαλαίωση των προσόψεων των παλαιών επαύλεων της λεωφόρου.

Ακολουθώντας τη Μαλεκόν θα βρεθούμε στο Βεδάδο, την «καλή» συνοικία της πόλης, όπου ιδρύθηκε και το Πανεπιστήμιο το 1728 από τους δομινικανούς μοναχούς. Εκεί θα συναντήσουμε ποικίλα αρχιτεκτονικά ρεύματα, με κυρίαρχο εκείνο της Beaux Art στις παλιές επαύλεις που έχτισαν πλούσιοι κάτοικοι της Αβάνας, αλλά και πολλοί Αμερικανοί πριν από
την Επανάσταση. Στο Βεδάδο βρίσκεται και το ιστορικό ξενοδοχείο «National» των αστέρων του Χόλιγουντ και της Μαφίας, που χτίστηκε το 1930 σε νέο-αναγεννησιακό στυλ.

Στην Πλάσα ντε λα Ρεβολουσιόν
«Είμαι ένας έντιμος άνδρας από το μέρος όπου μεγαλώνουν οι φοινικιές» τραγουδάμε στην «Guantanamera», το πασίγνωστο τραγούδι σε στίχους του Χοσέ Μαρτί, ενώ στο ποίημα «Δίψα Ομορφιάς» γράφει: «Δώστε το μέγα και το τέλειο: Τον γαλανό ουρανό μου δώστε...». 

Ο μεγάλος ποιητής, πατέρας της Δημοκρατίας και του κουβανικού έθνους και ηγέτης του Κινήματος για την Ανεξαρτησία, σκοτώθηκε στις 19 Μαΐου 1895, λίγους μήνες μετά την κήρυξη του πολέμου. Ενός πολέμου που θα κατέληγε μεν στην ανεξαρτησία από την Ισπανία, αλλά και ταυτόχρονα στην οικονομική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, στην παραχώρηση της ναυτικής βάσης Γκουαντάναμο (1902) στο νότιο μέρος του νησιού (της οποίας το συμβόλαιο μεταβίβασης έχει λήξει εδώ και καιρό) και στην επιβολή δικτατορικών κυβερνήσεων, με τελευταία εκείνη του στρατηγού Φουλχένσιο Μπατίστα την οποία ανέτρεψε η επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο. Στην Πλατεία της Επανάστασης δεσπόζει το μνημείο του Χοσέ Μαρτί, το οποίο περιβάλλεται από κυβερνητικά κτίρια.

Το δωμάτιο 511 του ξενοδοχείου «Ambos Mundos»
Ηταν το μέρος όπου έμεινε για πρώτη φορά όταν ήρθε στη Κούβα ο διάσημος συγγραφέας Χέμινγκγουεϊ
από το 1932 ως το 1940. Κατά την παραμονή του στο δωμάτιο 511 του ξενοδοχείου «Ambos Mundos» (Calle Obisco Νo 153), στο κέντρο της Παλιάς Αβάνας, ο μεγάλος συγγραφέας έγραψε τα έργα «Αποχαιρετισμός στα όπλα» και «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Το προσωπικό πρόθυμα θα σας δείξει το δωμάτιο, όπου θα δείτε τη γραφομηχανή του συγγραφέα, το κρεβάτι του, ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι και ένα παλιό περιοδικό.

πρόσβαση
Την περίοδο αυτή την καλύτερη προσφορά έχει η Iberia που πετάει για Αβάνα μέσω Μαδρίτης με διανυκτέρευση σε μία από τις δύο πτήσεις:μετάβασης ή επιστροφής. Αμέσως καλύτερη τιμή δίνει η Air France που πετάει μέσω Παρισιού. Το διεθνές αεροδρόμιο Χοσέ Μαρτί απέχει 15 χλμ. από το κέντρο της Αβάνας, όπου θα φτάσετε με ταξία φού συμφωνήσετε πρώτα στην τιμή. Μέσα στην Αβάνα ο κόσμος μετακινείται με τις «καμήλες» (τα λεωφορεία με τα δύο επίπεδα εξογκώματα σαν καμπούρες), ενώ οι τουρίστες προτιμούν τα παλιά αμερικανικά αυτοκίνητα που λειτουργούν κυρίως σαν ταξί, ή τα«coco taxi», τα χαρακτηριστικά μικρά τρίκυκλα που θυμίζουν έντονα καρύδα (εξ ου και το όνομα), βαμμένα σε έντονο κίτρινο χρώμα. Αν έχετε μαζί σας την άδεια οδήγησης μπορείτε να νοικιάσετε όχημα.

διαμονή
Ξεχωριστή εμπειρία είναι ηδιαμονή σας στο πρώτο σύγχρονο ξενοδοχείο της πόλης, χτισμένο το 1875, «Hotel Ingaterra» (Paseo del Prado 416, τηλ. 0053-7-33-85-93),που βρίσκεται δίπλα στο Εθνικό Θέατρο, και στα δωμάτιά του έμειναν διάσημοι θεατράνθρωποι, όπως η Σάρα Μπερνάρ, ο Καρούζο και ο Λόρκα. Το «Hotel Santa Izabel» (Calle Baratillo No 9, τηλ.0053-7-33-8201) βρίσκεται στην καρδιά της Αβάνας στην Πλάσα ντε Αρμας. Πρόκειται για τοPalacio del Conte de Santovenia που χτίστηκε τον 18ο αιώνα και το 1867 μετετράπη σε ξενοδοχείο. Αντίκες και έργα τέχνης κοσμούν τους χώρους του, ενώ σε αρκετές σουίτες το κρεβάτι είναι από σφυρήλατο σίδερο με ουρανό. Ακόμη και αν δεν μείνετε, απολαύστε ένα φλιτζάνι καφέ στο θρυλικό ξενοδοχείο «National» (Calle O esq. 21, τηλ. 0053-7-33-3564,-67). Χτίστηκε το 1930 στην αριστοκρατική συνοικία Βεδάδομε θέα στη λεωφόρο Μαλεκόν και στα δωμάτιά του έχουν φιλοξενηθεί διάσημοι αστέρες του Χόλιγουντ, όπως οι Σινάτρα και Μπράντο, αλλά και «νονοί» της αμερικανικής μαφίας την εποχή της ποτοαπαγόρευσης.

φαγητό
Στην Αβάνα, πέρα από τις διεθνείς κουζίνες, θα δοκιμάσετε την τοπική «κοσίνα κριόλα». Πρόκειται για έναν συνδυασμό γεύσεων με ρίζες στην Ισπανία, στη Λατινική Αμερική αλλά και στην Αφρική. Γνώρισμα της κουζίνας αυτής είναι τα καυτερά φαγητά με τσίλι που παράγει άφθονο η χώρα, όπως τααμπανέρο, χαλαπένιο, πομπλάνο, μουλάτο κ.ά. Τυπικό φαγητό είναι ιτο «Μόρος ι κριστιάνος», δηλαδή«Μαυριτανοί και χριστιανοί», που αποτελείται από μαύρα φασόλια, ρύζι και χοιρινό. Παραλλαγή του είναι το «αρός κον γκρις», που είναι ρύζι με κόκκινα φασόλια μαγειρεμένα με χοιρινό λίπος. Απολαύστε ακόμη πιάτα με αβοκάντο, τα βραστά λαχανικά«αχιάκο», καθώς και θαλασσινά και αστακό που θα έχετε κάνει παραγγελία εκ των προτέρων. Στην Αβάνα θα δοκιμάσετε περισσότερες από 30 ποικιλίες εξωτικών φρούτων και θα γλυκαθείτε με «πλάτανο βέρντε», δηλαδή πράσινες τηγανητές μπανάνες σε σιρόπι, «κόκοραλιάδο ι κέσο», δηλαδή γλυκιά καρύδα με τυρί, και βεβαίως τα περίφημα παγωτά Κοπέλια. Φυσικά θα πιείτε κουβανέζικες μπίρες και ρούμι, καθώς και τα διάσημα κοκτέιλ μοχίτο, κούμπα λίμπρε και ντάκιρι. Επισκεφθείτε
και πάλι το διάσημο «El Floridita»(Obispo No 557) με διεθνή κουζίνα, χτισμένο το 1930 σε στυλ αρ ντεκό και αγαπημένο του «Πάπα» Χέμινγκγουεϊ για το περίφημο ντάκιρι, το «Bodeguita del Medio» (Calle Empedrado Νo 207), και ρωτήστε για τα καινούργια«paladares», τα οικογενειακά μικρά εστιατόρια της γειτονιάς με πολύ φθηνές τιμές.

Πηγή : ToVima

Από το Blogger.